09:00 – 12:00 (Προβλεπόμενος χρόνος: 3 ώρες)

Rationality: Στο άρθρο «Changing perceptions»: Η δύναμη του αυτισμού, που δημοσιεύτηκε στο Nature το 2011 από τον Laurent Mottron του «Institut universitaire en santé mente» στο Μόντρεαλ και την ερευνήτρια για το Άσπεργκερ, Michelle Dawson, η ανάγκη για επανεξέταση των πεποιθήσεών μας για τη διαφορετική νευρολογική δομή αναφέρεται στο αυτιστικό μυαλό, μεταβαίνοντας από μία εικόνα ελλείμματος και δυσλειτουργίας σε μία που λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και την ποιότητα. Αυτή η πολιτιστική διαδικασία παίρνει το όνομα της Νευροποικιλότητας.

Ο όρος νευροποικιλότητα γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1998 σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε από τον Harvey Blume στους New York Times και εστάλη από την Judy Singer (Blume, 1998). Η νευροποικιλότητα είναι μια ιδέα ότι η άτυπη νευροανάπτυξη (νευροδιαφορετική από τον κανόνα) είναι μια φυσιολογική και συνεχώς εντοπιζόμενη διαφορά στο φάσμα της φυσικής ποικιλότητας του ανθρώπου, η οποία πρέπει να αναγνωρίζεται και να γίνεται σεβαστή όπως κάθε άλλη βιολογική ποικιλότητα χρώματος, αναστήματος, φύλου και κλίσης. Οι διαφορές μπορεί να εμφανιστούν στον τρόπο απόκτησης και επεξεργασίας των πληροφοριών και στη γλώσσα, στους ήχους, στις εικόνες, στο φως, στην υφή, στη γεύση, στην κίνηση και στα συναισθήματα (Harmon, 2004).

Η έννοια της νευροποικιλότητας γεννήθηκε επομένως για να υποδείξει τη φυσική ποικιλότητα που οδηγεί στο Αυτιστικό Φάσμα, επομένως αυτή η πτυχή πήρε δύο μονοπάτια: στο πρώτο, εκ των οποίων, η έννοια επεκτάθηκε σε όλους τους τύπους νευρολογικών παραλλαγών, όχι μόνο σε διαστασιακού χαρακτήρα.

Σεβόμενοι τις διαφορετικές ιδέες και προεκτάσεις, η έννοια της νευροποικιλότητας φέρει μαζί της ηθικές επιπτώσεις που θα πρέπει να καθοδηγούν τόσο τον κλινικό ιατρό όσο και την κοινωνία στο σύνολό της, για παράδειγμα:


– Κατανόηση ότι τα άτομα με νευροποικιλότητα μπορεί να χρειάζονται υποστήριξη (διαφορετική ανάλογα με τις διαφορετικές ανάγκες) αλλά όχι θεραπείες που αποσκοπούν στην “ομαλοποίηση”,

– Αλλαγή της γλώσσας με βάση την ονοματολογία “ασθένεια” (διαταραχή, είδος διαταραχής κ.λπ.),

– Διεύρυνση της έννοιας της αυτονομίας και της ψυχοφυσικής ευημερίας, προκειμένου να προσαρμοστεί σε άτομα με διαφορετικές ανάγκες, αναθεωρώντας αυτό που θεωρείται «επιτυχία» σε επίπεδο κοινωνικής λειτουργίας,

– Ανάθεση μεγαλύτερου ελέγχου πάνω στους τύπους, τις ώρες, την έρευνα και τους τρόπους θεραπείας σε νευροποικοίλα άτομα, καθώς και την ελευθερία της επιλογής,

– Προώθηση της ισότητας ευκαιριών,

– Εξάλειψη των διακρίσεων,

– Εξάλειψη του εκφοβισμού που γίνεται σε βάρος νευροποικίλων ή ατόμων με αναπηρία και διαπράττεται λόγω της διαφορετικότητάς τους,

– Ενθάρρυνση της συμμετοχής νευροποικίλων ή ατόμων με αναπηρία στη δημόσια ζωή,

– Ευαισθητοποίηση σχετικά με τις διαφορές στις μεμονωμένες συμπεριφορές προκειμένου να δημιουργηθεί ένα κλίμα αποδοχής της διαφορετικότητας,

– Προώθηση των κατάλληλων κοινωνικών αλλαγών προκειμένου να καταστεί το οικογενειακό, σχολικό, εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον καταλληλότερο για την παρουσία ανθρώπων με νευροποικιλότητα.

– Παροχή ευκαιριών για ανταλλαγή απόψεων και διάλογο,

– Εξασφάλιση θετικών μοντέλων στους νευροποικίλους ανθρώπους, πάνω στα οποία μπορούν να χτίσουν τη δική τους ταυτότητα (Morrice, 2006, Palfre-man, 2009).

Σε αυτό το πλαίσιο, αυτή η τρίτη ενότητα στοχεύει στο να αντιμετωπίσει κοινές προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα παιδί με ΔΑΦ σε διαφορετικά δεδομένα περιβάλλοντα κατά τη διάρκεια τυπικών ρουτίνων και δραστηριοτήτων που προάγουν ακαδημαϊκές δεξιότητες, θετικές συμπεριφορές, επίλυση προβλημάτων και ανεξαρτησία.